τρόχιλος

τρόχιλος
τρόχίλος ο
1) тех блок, шкив; 2) колибри (птица)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "τρόχιλος" в других словарях:

  • τρόχιλος — τρόχιλος, ο και τροχίλος, ο 1. τροχός που γυρίζει ελεύθερα σε άξονα και που έχει αυλακωτή στεφάνη, απ όπου περνάει το σκοινί για την ανύψωση βαριών πραγμάτων, καρούλι, μακαράς. 2. μικρό γοργόφτερο πουλί που ζει σε περιοχές με πολλά νερά, κολίβριο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Τροχίλος — Egyptian plover masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροχίλος — Egyptian plover masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροχίλος — ο, ΝΜΑ, και τρόχιλος, Ν αρχιτ. η κοίλη εσοχή που βρίσκεται μεταξύ τών δύο σπειρών τής βάσης τών ιωνικών κιόνων, η σκοτία νεοελλ. στον πληθ. οι τρόχιλοι ζωολ. υπόταξη αποδόμορφων πτηνών τού Νέου Κόσμου νεοελλ. μσν. μηχανισμός ανύψωσης βαρών,… …   Dictionary of Greek

  • τρόχιλος — ο, Ν βλ. τροχίλος …   Dictionary of Greek

  • Τροχίλε — Τροχίλος Egyptian plover masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροχίλε — τροχίλος Egyptian plover masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τροχίλοι — Τροχίλος Egyptian plover masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροχίλοι — τροχίλος Egyptian plover masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τροχίλοις — Τροχίλος Egyptian plover masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροχίλοις — τροχίλος Egyptian plover masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»